ἀτασθαλία

ἀτασθαλία
ᾰτασθᾰλία
1 wickedness ]λαῶν ξενοδαίκτα βασιλῆος ἀτασθαλίᾳ κοτέων θαμά fr. 140a. 57 (31).

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀτασθαλία — ἀτασθαλίᾱ , ἀτασθαλία presumptuous sin fem nom/voc/acc dual ἀτασθαλίᾱ , ἀτασθαλία presumptuous sin fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτασθαλίᾳ — ἀτασθαλίαι , ἀτασθαλία presumptuous sin fem nom/voc pl ἀτασθαλίᾱͅ , ἀτασθαλία presumptuous sin fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατασθαλία — η (ΑΜ ἀτασθαλία) [ατάσθαλος] ηθική αταξία, απρέπεια νεοελλ. παράνομη ενέργεια, υπέρβαση καθήκοντος αρχ. 1. αλαζονεία, ασέβεια 2. πληθ. ασεβείς ενέργειες, ανόσιες πράξεις …   Dictionary of Greek

  • ατασθαλία — η ακαταστασία, απρέπεια, υπέρβαση καθήκοντος, ατσαλιά: Ατασθαλίες αποκαλύφτηκαν στην υπηρεσία έγκρισης φαρμάκων για τους δημόσιους υπαλλήλους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀτασθαλίας — ἀτασθαλίᾱς , ἀτασθαλία presumptuous sin fem acc pl ἀτασθαλίᾱς , ἀτασθαλία presumptuous sin fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτασθαλίαι — ἀτασθαλία presumptuous sin fem nom/voc pl ἀτασθαλίᾱͅ , ἀτασθαλία presumptuous sin fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτασθαλίαν — ἀτασθαλίᾱν , ἀτασθαλία presumptuous sin fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτασθαλιῶν — ἀτασθαλία presumptuous sin fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτασθαλίαις — ἀτασθαλία presumptuous sin fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτασθαλίαισιν — ἀτασθαλία presumptuous sin fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτασθαλίη — ἀτασθαλία presumptuous sin fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”